ανθοδοχείο

[антодохио] ουσ. о. ваза для цветов,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανθοδοχείο" в других словарях:

  • ανθοδοχείο — το δοχείο κατάλληλο για λουλούδια, ανθογυάλι: Στο ανθοδοχείο υπήρχαν ωραιότατα τριαντάφυλλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανθοδοχείο — το δοχείο στο οποίο τοποθετούνται λουλούδια για διακόσμηση χώρων, βάζο, ανθογυάλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < άνθος + δοχείο. Η λ. μαρτυρείται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τού Βασιλείου της Ελλάδος (αρχή έκδ. 1833)] …   Dictionary of Greek

  • άνθος — Βασικό τμήμα κάθε φυτού, αν και υπάρχουν φυτά που δεν ανθοφορούν.Λέγεται και λουλούδι. Το ά. είναι το μέρος του φυτού που περιέχει τα όργανα της εγγενούς αναπαραγωγής· κατά κανόνα είναι το πιο όμορφο, το πιο φανταχτερό και το πιο ευωδιαστό μέρος… …   Dictionary of Greek

  • ανθογυάλι — το γυάλινο ανθοδοχείο …   Dictionary of Greek

  • βάζο — το και βάζος, ο 1. γυάλινο ή μεταλλικό δοχείο για τη διατήρηση τροφίμων 2. ανθοδοχείο 3. ποτήρι ή κούπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. vaso «αγγείο, δοχείο»] …   Dictionary of Greek

  • ζαρντινιέρα — η 1. έπιπλο που έχει οριζόντιες επάλληλες θέσεις για να τοποθετούνται σ αυτές γλάστρες με καλλωπιστικά φυτά 2. ανθοδοχείο με πλατύ στόμιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. jardiniere] …   Dictionary of Greek

  • νεολογισμός — Καινούργια λέξη ή έκφραση που έχει εισαχθεί σε μια γλώσσα. Ενώ οι κατασκευές λέξεων από το μηδέν (π.χ. Kodak, που θέλει να αναπαραγάγει τον θόρυβο από το άνοιγμα και το κλείσιμο του φωτογραφικού φακού ή η γαλλική λέξη gaz, που είναι μια αλλοίωση… …   Dictionary of Greek

  • όστρακο — Το σκληρό και ανθεκτικό κέλυφος, το οποίο περιβάλλει ολικά ή τμηματικά το σώμα διαφόρων ζώων και ιδιαίτερα των μαλακόστρακων και των μαλακίων. Βλ. λ. κοχύλι ή όστρακο. Όστρακον του 5ου π.Χ. αιώνα, με το όνομα του Θεμιστοκλή. (Αθήνα, Μουσείο… …   Dictionary of Greek

  • ανθογυάλι — το ιού, γυάλινο ανθοδοχείο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βάζο — το (λ. ιταλ.), φορητό γυάλινο, πήλινο ή μετάλλινο δοχείο, το ανθοδοχείο: Βάλε τα λουλούδια στο βάζο! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.